αμετάδοτος

αμετάδοτος
η , ο [ος , ον ]
1) непёреданный; несообщённый; 2) незаразный (о болезни); 2) церк, непричастившийся

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "αμετάδοτος" в других словарях:

  • ἀμετάδοτος — not imparting masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμετάδοτος — η, ο (AM ἀμετάδοτος, ον) αυτός που δεν μεταδίδεται, δεν μεταδόθηκε ή δεν πρέπει να μεταδοθεί νεοελλ. (ειδικά για ασθένειες) ο μη μεταδοτικός, ο μη κολλητικός μσν. 1. αυτός που δεν μετέχει σε κάτι, ο αμέτοχος 2. αυτός που δεν κοινώνησε τών… …   Dictionary of Greek

  • αμετάδοτος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δε μεταδόθηκε: Η γρίπη αυτή είναι ακόμη αμετάδοτη στη χώρα μας. 2. αυτός που δεν μπορεί να μεταδοθεί: Ο καρκίνος είναι αρρώστια αμετάδοτη. 3. αυτός που δεν κοινώνησε: Είμαι κάμποσα χρόνια αμετάδοτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμεταδότως — ἀμετάδοτος not imparting adverbial ἀμετάδοτος not imparting masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμετάδοτον — ἀμετάδοτος not imparting masc/fem acc sg ἀμετάδοτος not imparting neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεταδότους — ἀμετάδοτος not imparting masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεταδότων — ἀμετάδοτος not imparting masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεταδότῳ — ἀμετάδοτος not imparting masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμετάδοτα — ἀμετάδοτος not imparting neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμετάδοτοι — ἀμετάδοτος not imparting masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδιαβίβαστος — η, ο (Α ἀδιαβίβαστος, ον) [διαβιβάζω] νεοελλ. αυτός που δεν διαβιβάστηκε ή δεν είναι δυνατόν να διαβιβαστεί, ο αμετάδοτος αρχ. (ως γραμμ. όρος) αμετάβατος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»